Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

Η Πεμη Ζουνη διαβάζει Οδυσσεα Ελύτη[Μονόγραμμα]Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα


ΜΑΓΔΑ ΠΕΝΣΟΥ, ΓΙΑΤΙ Μ' ΑΓΑΠΗΣΕΣ, ΕΠΙΣΗΜΟ VIDEOCLIP.avi


Τα γράμματά σου τα “χω, Αγάπη πρώτη,





Τα γράμματά σου τα “χω, Αγάπη πρώτη,
σε ατίμητο κουτί, μες στην καρδιά μου.
Τα γράμματά σου πνέουνε τη νιότη
κι ανθίζουνε την όψιμη χαρά μου.

Τα γράμματά σου τα “χω, Αγάπη πρώτη,
σε ατίμητο κουτί, μες στην καρδιά μου.
Τα γράμματά σου πνέουνε τη νιότη
κι ανθίζουνε την όψιμη χαρά μου.
Τα γράμματά σου, πόσα μου μιλούνε
με τις στραβές γραμμές και τα λαθάκια!
Τρέμουν, γελάνε, κλαίνε, ανιστορούνε
παιχνίδισμα τη ζούλια και την κάκια…
Το μύρο στους φακέλους που είχες ραντίσει,
του Καιρού δεν το σβήσανε τα χνότα.
Παρόμοια ας ήταν να μην είχε σβήσει
η απονιά σου τα ονείρατα τα πρώτα!
Τα γράμματά σου πάνε, Αγάπη μόνη,
βάρκες λευκές, τη σκέψη μου εκεί κάτου.
Τα γράμματά σου τάφοι· δεν τελειώνει
απάνω τους η λέξη του Θανάτου.
Από τη Δ.Α. Α1: Κ. Καρυωτάκη «Τα γράμματά σου»

ΠΑΤΑ ΕΛΑΦΡΑ - ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΥ


Πάτα ελαφρά γιατί πατάς πάνω στα όνειρά μου….          



Το συγκεκριμένο ποίημα ο Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς , το έγραψε για την αγαπημένη του Μοντ Γκον  θρηνώντας το γεγονός ότι δε μπορούσε να της δώσει αυτό που πίστευε ότι η ίδια επιθυμούσε. Της είπε: «Έχω κάτι άλλο να σου δώσω, αλλά ίσως δεν το θέλεις»..

..και έγραψε τα εξής:
«Αν είχα τ’ ουρανού την πλουμιστή τη φορεσιά
την υφασμένη από χρυσό κι απ’ ασημένιο φως
Τη γαλανή, τη μελιχρή, τη μαυροκεντημένη φορεσιά
Από νύχτα κι από μέρα κι από αποσπερίσιο φως
Τη φορεσιά μου θα άπλωνα κάτω από τα πόδια σου
Μα εγώ που είμαι φτωχός έχω μόνο τα όνειρά μου
Τα όνειρά μου άπλωσα κάτω από τα πόδια σου.
Πάτα ελαφρά γιατί πατάς πάνω στα όνειρά μου».
PS. Το συγκεκριμένο ποίημα, το “έκλεψα” κυριολεκτικά από ένα βίντεο- ομιλία του Κεν Ρόμπινσον, (μιλούσε για το εκπαιδευτικό σύστημα και για τις δραστικές αλλαγές που χρειάζεται αυτό), το οποίο είχε βάλει ο Τελευταίος , οπότε επιτρέψτε μου το συγκεκριμένο post να του το αφιερώσω.

ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ


Σε περιμένω…



Σε περιμένω. Μη ρωτάς γιατί.
Μη ρωτάς γιατί περιμένει εκείνος
Που δεν έχει τι να περιμένει
Και όμως περιμένει.
Γιατί σαν πάψει να περιμένει
Είναι σα να παύει να βλέπει
Σα να παύει να κοιτά τον ουρανό
Να παύει να ελπίζει
Σα να παύει να ζει.
Αβάσταχτο είναι… Πικρό είναι
Να σιμώνεις αργά στ’ ακρογιάλι
Χωρίς να είσαι ναυαγός
Ούτε σωτήρας
Παρά ναυάγιο…
Μενέλαος Λουντέμης

Οδυσσέας Ελύτης μονογραμμα


Οδυσσέας Ελύτης

"ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ"

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν, μ’ακούς

Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα μ’ ακούς

Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό, μ’ ακούς

Μαχαίρι

Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς

Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς

Είμ’ εγώ, μ’ ακούς

Σ’ αγαπώ, μ ’ακούς

Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ

Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας, μ ’ακούς

Πού μ’ αφήνεις, πού πάς καί ποιός, μ’ ακούς

Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’ τούς κατακλυσμούς

Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες

Θά’ ρθει μέρα, μ’ ακούς

Νά μάς θάψουν κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι

Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα, μ ’ακούς

Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά, ν’ ακούς

Τών ανθρώπων

Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει

Στά νερά ένα-- ένα , μ’ ακούς

Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ ακούς

Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς

Όπου κάποτε οί φιγούρες Τών Αγίων

βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς

Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς

Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω

Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς

Πουθενά δέν πάω , μ’ ακους

Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί, μ’ ακούς

Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ ακούς

Τής αγάπης

Μιά γιά πάντα τό κόψαμε

Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς

Σ’ άλλη γή, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς

Δέν υπάρχει τό χώμα δέν υπάρχει ο αέρας

Πού αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς

Νά τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς

Μές στή μέση τής θάλασσας

Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης, μ’ ακούς

Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς

Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς

Άκου, άκου